Καλώς ήρθατε στο Δημοτικό Σχολείο Γραβιάς

Στις αρχές Μαΐου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βρισκόταν στο Χάνι της Γραβιάς. Εκεί κατευθύνθηκαν και οι άλλοι οπλαρχηγοί, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης.

Ο Ομέρ Βρυώνης θέτοντας σ’ εφαρμογή το σχέδιό του και προσπαθώντας να προσεταιριστεί τον Ανδρούτσο του έγραψε επιστολή στην οποία του υποσχόταν ότι σε περίπτωση συμπράξεως μαζί του θα του ανέθετε την οπλαρχηγία ολόκληρης της ανατολικής Ελλάδας. Του έλεγε μάλιστα να συναντηθούν στη Γραβιά. Έτσι οι επαναστάτες μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο πασάς το πιθανότερο ήταν από τη Λαμία να κατευθυνθεί στην Πελοπόννησο. Οι τρεις οπλαρχηγοί Ανδρούτσος, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης βλέποντας ότι ο εχθρός δε θ’ αργούσε να φτάσει αποφάσισαν να δράσουν. Η γνώμη του Ανδρούτσου ήταν να οχυρωθούν στο Χάνι απ’ όπου θα μπορούσαν να αντιτάξουν αποφασιστική άμυνα εναντίον του. Βρήκε όμως αντίθετους τον Πανουργιά και το Δυοβουνιώτη που πίστευαν ότι τους συνέφερε περισσότερο η κατάληψη θέσεων αριστερά και δεξιά του δρόμου γιατί σε περίπτωση αποτυχίας υπήρχε ελπίδα να διαφύγουν.

Άλλωστε το Χάνι ήταν ακατάλληλο και για οχύρωση εφόσον βρισκόταν σε ανοικτό πεδίο και δε θα μπορούσε ν’ αντέξει στις ορμητικές εφόδους των Αλβανών του Ομέρ Βρυώνη.

Ενώ δεν είχαν ακόμη καταλήξει σε αποφάσεις στις 7 Μαΐου ξεκίνησε ο Ομέρ από τη Λαμία με 9.000 άνδρες.

Το πρωί της επομένης, 8 Μαΐου 1821, ενώ οι εχθροί πλησίαζαν, με πρόταση του Ανδρούτσου τοποθετήθηκαν στα αριστερά του δρόμου, προς το Χλωμό, ο Πανουργιάς κι ο Δυοβουνιώτης και στα δεξιά, στη «βρύση του Σίντσικα», ο έμπιστος του Ανδρούτσου Χρήστος Κοσμάς Σουλιώτης. Ο τρομερός Δυσσέας ανέλαβε να κρατήσει το κύριο βάρος της επίθεσης στο Χάνι και αρχίζοντας το χορό είπε: «Όποιος θέλει να μ’ ακολουθήσει ας πιαστεί κατόπι μου εις το χορό». Στην ηρωική του απόφαση τον ακολούθησαν 120 περίπου άνδρες (τους μέτρησε ο ίδιος ο Δυσσέας. Κι άλλοι ήθελαν να μπουν μα  δεν χωρούσαν) ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Γκούρας, ο παπα-Ανδρέας, ο Κομνάς Τράκας, ο Αγγελής Γοβγίνας από την Εύβοια και πολλοί Γαλαξιδιώτες.

Ενώ οι εχθροί πλησίαζαν εκείνοι: «…Πρώτη τους δουλειά ήταν να γυρίσουν το νερό της ρεματιάς μέσα στον περίβολο του χανιού για να μπορούνε εύκολα να υδρεύονται. Ο χτίστης Μαστρογιάννης άρχισε ν' ανοίγει «μασγάλια» (πολεμίστρες-τρύπες) στο μαντρότοιχο και στο χάνι. Για να μη φαίνονται από μα­κριά τα μασγάλια και να ξεγελάσουν τον εχθρό τα καμουφλάρανε με σπάλαθρα κι άλλα αγριόχορτα…»

Ο Βρυώνης ήταν αναγκασμένος να περάσει μπροστά από το Χάνι για να συνεχίσει την πορεία του προς τα Σάλωνα. Μόλις έφτασε εκεί σταμάτησε για λίγο, διαβάστηκε η συνηθισμένη ευχή και μετά χώρισε στα τρία το στρατό του.

Λίγο νωρίτερα ο Αναγνώστης Κεχαγιάς από τα Σάλωνα μαζί με το γαμπρό του Καραχάλιο, με τα δυο ζωντανά, τους έφεραν 2 κάσες μπαρουτόβουλα και τροφές, απαραίτητα εφόδια αυτές τις στιγμές για τους έγκλειστους. Μόλις και που πρόλαβαν να τα ξεφορτώσουν και να τα πετάξουν μέσα από τη μάντρα. 

Το ένα σώμα στράφηκε εναντίον του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη, το άλλο δεξιά εναντίον του Κομνά Σουλιώτη και το τρίτο στο κέντρο, στο Χάνι.  Μόλις άρχισε η μάχη οι άντρες των τριών οπλαρχηγών σκορπίστηκαν και καταδιώχτηκαν στα ορεινά. Ο Οδυσσέας και οι άντρες του κλεισμένοι μέσα στο Χάνι έμειναν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους όλες τις τουρκικές δυνάμεις.

Ο Βρυώνης για μια ακόμη φορά προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Ανδρούτσο και γι’ αυτό έστειλε ένα Δερβίση να τον πείσει. Ο Οδυσσέας έδωσε εντολή να μην πυροβολήσει κανένας πριν από τον ίδιο. Είδε από μια τρύπα το Δερβίση να προχωράει έφιππος μπροστά από τον εχθρικό στρατό και αφού τον χαιρέτησε, τον ρωτάει:

- «Νέρεγιε γκιντέρσιν;» (πού πας;)

- «Σάλωνα για γκιντέριμ» (πάω στα Σάλωνα) ήταν η απάντηση.

Τότε ο Δυσσέας τον τουφέκισε και τον σκότωσε. Οι Τούρκοι έξω φρενών για το θάνατο του αγίου τους, όρμησαν εναντίον του κτιρίου. Ο καταιγισμός των πυρών διέψευσε τις ελπίδες τους. Το Χάνι από παντού σκορπούσε το θάνατο. Άφοβοι οι Έλληνες πυροβολούσαν ασταμάτητα πάνω στον τουρκικό σωρό και σκότωναν πολλούς ώσπου οι αντίπαλοί τους αντιλήφθηκαν ότι οι προσπάθειές τους ήταν μάταιες και οπισθοχώρησαν. Ύστερα έκαναν δεύτερη και τρίτη έφοδο. Η τελευταία ήταν τόσο σφοδρή ώστε κατάφεραν να μπήξουν μερικές σημαίες στους τοίχους. Μετά το μεσημέρι ο Βρυώνης βλέποντας τις αποτυχημένες απόπειρες, συγκάλεσε τους οπλαρχηγούς του, τους έδωσε θάρρος και τους διέταξε να κάνουν νέα επίθεση όλοι μαζί πεζοί και καβαλάρηδες. Και πάλι όμως δεν κατάφεραν τίποτε παρά μόνο ν’ αυξήσουν τα πτώματα γύρω από το Χάνι. Όταν έδυσε ο ήλιος, ο Βρυώνης, διέταξε να γίνει αποκλεισμός του οχυρού κι έστειλε να φέρουν κανόνια από τη Λαμία.

Ο Ανδρούτσος όμως προβλέποντας αυτή την εξέλιξη, διέταξε αποχώρηση λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Λέγεται ότι όταν όλα πλέον είχαν ησυχάσει για να βεβαιωθεί ότι οι Τούρκοι είχαν κοιμηθεί πέταξε από το μαντρότοιχο μια κάπα. Αν ήταν ξύπνιοι θα την πυροβολούσαν. Βλέποντας όμως ότι τίποτα δε συνέβη άνοιξε την πόρτα και προχωρώντας μέσα στα πυκνά καλάμια που βρισκόταν γύρω στο Χάνι πλησίασε το φρουρό και μιλώντας του τουρκικά του είπε ότι ήρθε να τον αλλάξει στη σκοπιά. Τον πλησίασε μέσα στο σκοτάδι και αφού τον εξουδετέρωσε έδωσε το σύνθημα και ένας-ένας όλοι οι σύντροφοί του βγήκαν από το Χάνι κι εξαφανίστηκαν.

Το αποτέλεσμα της μάχης αυτής που στοίχισε στους Τούρκους πάνω από 300 νεκρούς και διπλάσιους τραυματίες, κλόνισε σοβαρά το ηθικό του Ομέρ Βρυώνη. Μετά την εύκολη σχετικά νίκη στην Αλαμάνα δεν περίμενε τέτοια αντίσταση στη Γραβιά από λίγους ανθρώπους. Από τους Έλληνες οι νεκροί ήταν δυο. Και οι δυο Θανάσηδες (Καπλάνης και Σεφέρης ή Τσαφέρης). Λέγεται ότι τους σκότωσε ένας Τούρκος ανεβασμένος πάνω σ’ ένα δέντρο. Τον Τούρκο αυτό, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δυσσέας κι έμεινε πάνω στο δέντρο "κλαρωμένος" σα γεράκι για μέρες.

Για τους Έλληνες η νίκη στο Χάνι της Γραβιάς είχε εξαιρετική σημασία γιατί εμποδίστηκε η κάθοδος τόσο ισχυρού στρατού στην Πελοπόννησο όπου η επανάσταση δεν είχε εδραιωθεί ακόμα κι επιπλέον συνέβαλε στην έναρξη του αγώνα και στη δυτική Ελλάδα.

Η στρατηγική ιδιοφυΐα του Ανδρούτσου θριάμβευσε. Έτσι δικαιωματικά κατέλαβε τη θέση του αρχηγού των όπλων της Βοιωτίας και ουσιαστικά αυτός κυρίως επηρέασε την τύχη της επανάστασης στην ανατολική Στερεά κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια.